Πρόκειται για τον σπουδαιότερο ποδοσφαιριστή στην ιστορία του Παναθηναϊκού και έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες. Ο “στρατηγός” δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού απολαμβάνει την αναγνώριση όλων και δεκαετίες μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του, τα επιτεύγματα του παραμένουν ακατάρριπτα.

Ο Μίμης Δομάζος συμπληρώνει σήμερα 76 χρόνια ζωής (γεν. στις 22 Ιανουαρίου του 1942). Αναμφίβολα, ο Δομάζος έχει τόσες πολλές στιγμές, που για να τις διηγηθεί θα απαιτούνταν ένα αέναο κείμενο… Ωστόσο, έστω και σε πιο μικρή έκταση θυμήθηκε μερικά πράγματα που τον ευχαρίστησαν και τον δυσαρέστησαν…

Διαβάστε τις αναμνήσεις του “στρατηγού”:

Η σημαντικότερη ανάμνηση:

“Η καλύτερη στιγμή μου, και του ελληνικού ποδοσφαίρου, ήταν το Γουέμπλεϊ. Εκεί μας άκουσε όλη η Ευρώπη και έμαθε ότι υπάρχει ελληνικό ποδόσφαιρο. Γιατί, μέχρι τότε, ήταν σε χαμηλό επίπεδο”.

Οι αγαπημένοι προπονητές:

“Θυμάμαι αρκετούς προπονητές και μία προπονητική ομάδα. Άρχισα με τρεις Έλληνες, ο Μηγιάκης, ο Σούτσος και ο Σίμος. Είχαν παίξει στον Παναθηναϊκό παλαιότερο. Δούλεψα καλά με τον Λάκη Πετρόπουλο, αλλά φυσικά αξέχαστος ήταν ο Φέρεντς Πούσκας. Μεγάλο ρόλο στην καριέρα μου έπαιξε ο Μπόμπεκ και ο Γκλίσοβιτς”.

Το πιο σημαντικό παιχνίδι:

“Πιο έντονα απ’ όλα θυμάμαι το πρώτο μου παιχνίδι σε ένα Κύπελλο Χριστουγέννων. Για την ακρίβεια, ακόμα δεν με είχε πάρει ο Παναθηναϊκός. Ήμουν με υποσχετική στην Άμυνα Αμπελοκήπων και είχα παίξει εναντίον της ΑΕΚ. Μάλιστα, τότε είχα δώσει δύο ματς σε μία μέρα, πρωί και απόγευμα. Ήμουν 16 ετών και είχα παίξει τυχαία στο δεύτερο ματς, το απόγευμα.

Τότε όλη η διοίκηση της Άμυνας δούλευε στο μπαρ του γηπέδου της Λεωφόρου και πήγαν από το μεσημέρι και πήγα μαζί τους. Ο πρόεδρος της Άμυνας είχε πει στον Σίμο, τον τρίτο προπονητή του Παναθηναϊκού, να με βάλει να παίξω για να με δουν. Έτσι με έβαλαν στο δεύτερο ημίχρονο, το σκορ ήταν 1-1 για το Κύπελλο Χριστουγέννων και με χρησιμοποίησαν ως εξτρέμ. Έπαιξα καλά, έβαλα γκολ και έδωσα μία ασίστ, έστω και κατά τύχη και την έκανε γκολ ο Αγγελόπουλος”.

Οι σχέσεις με τους συμπαίκτες:

“Δεν είχα κόντρες με τους συμπαίκτες μου. Πάντα τους βοηθούσα. Όποιον παλιό συμπαίκτη μου και να ρωτήσεις, θα σου πει πως δεν με ενδιέφερε τίποτα, παρά μόνο να νικήσω. Τίποτε άλλο. Ο καλύτερος μου φίλος είναι ο Αντωνιάδης. Ακόμα και τώρα κάνουμε παρέα και είμαστε φίλοι”.

Ποιους ξεχώρισε μετά την αποχώρηση του:

“Νομίζω ότι μετά τη δική μου αποχώρηση, τον Παναθηναϊκό σημάδεψε ο Ρότσα και τον Ζάετς, τον οποίο είχα φέρει εγώ. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον Έλληνα. Μετά τη δική μου φουρνιά, θεωρώ πως κανένας δεν έκανε κάτι το τόσο ξεχωριστό”.

Η μεγαλύτερη ένταση εντός του Παναθηναϊκού:

“Στην εποχή της ανανέωσης, δημιουργήθηκε ένα ζήτημα. Οι περισσότεροι δεν ήθελαν τον Μπόμπεκ, εκτός από εμένα, τον Σούρπη, τον Οικονομόπουλο και τον Καμάρα. Τον πρώτο χρόνο του Μπόμπεκ ήταν εναντίον και κάποιοι υπέρ και αυτό επηρέαζε την ομάδα. Όμως, τον άλλο χρόνο πήραμε το πρωτάθλημα και όλα τελείωσαν”.

Ο πιο σημαντικός τίτλος:

“Ο πιο γλυκός τίτλος ήταν ο πρώτος μου με τον Παναθηναϊκό, τη σεζόν 1959-1960. Είχαμε τερματίσει στην πρώτη θέση ισοβαθμώντας με την ΑΕΚ και τη νικήσαμε 2-1 στο μπαράζ και πήραμε το πρωτάθλημα”.

Η μεγαλύτερη απογοήτευση:

“Η μεγαλύτερη απογοήτευση, και μένα και του Αντωνιάδη, ήταν που μας διώξανε και ακόμα δεν ξέρουμε γιατί συνέβη. Ήταν μία απόφαση του Απόστολου Νικολαΐδη και του Αντώνη Μαντζαβελάκη, που έλεγχαν το συμβούλιο, τότε. Βέβαια, πέρασαν πολλά χρόνια και δεν χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο”.

Ο τρόπος που αποφάσιζε εντός αγωνιστικού χώρου:

“Πάντα αποφάσιζα μέσα στο γήπεδο. Όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, τότε το… χάλαγα το γήπεδο. Για να πάρουν ανάσες οι συμπαίκτες μου, να πιεστούν οι αντίπαλοι. Όσες αποφάσεις και να πήρα, ότι και να έκανε, δεν μετανιώνω. Τις πιο πολλές φορές ο Παναθηναϊκός πήγαινε καλά και πετυχαίναμε τους σκοπούς μας. Τότε, οι αντίπαλοι μας παρακαλούσαν να μην φάνε πολλά γκολ και τώρα όποια ομάδα έρχεται στη Λεωφόρο, πιστεύει ότι θα νικήσει. Τώρα ο Παναθηναϊκός δεν φοβίζει, φοβάται”.

Το ενδιαφέρον της Γιουβέντους:

“Η Γιουβέντους με είχε ζητήσει, μετά τα παιχνίδια που παίξαμε το φθινόπωρο του 1961. Πριν το ματς στη Λεωφόρο που είχε λήξει ισόπαλο 1-1, η διοίκηση μας είχε δεξιωθεί στο εστιατόριο «Αθηναία» τη Γιουβέντους. Τότε, ο Ανιέλι, ο πρόεδρος της Γιουβέντους είχε πει στον Μαντζαβελάκη «θέλω να μου δώσεις αυτόν το μικρό» και ο Μαντζαβελάκης είχε απαντήσει «πάρε όποιον θες, όμως τον μικρό δεν θα τον πάρεις ποτέ»”.

Η απογοήτευση με την Εθνική:

“Με την Εθνική ομάδα δεν είχαμε πολλές επιτυχίες εκείνη την εποχή. Όμως, θυμάμαι την ομάδα που είχαμε και δεν προκριθήκαμε στο Μουντιάλ του 1970 στο Μεξικό. Ήταν ένα ρόστερ με ταλαντούχους ποδοσφαιριστές και εάν είχαμε προκριθεί, πολλοί από εμάς θα έφευγαν στο εξωτερικό. Στο μπαράζ με τη Ρουμανία είχαμε αναδειχτεί ισόπαλοι 1-1 στο Βουκουρέστι και αποκλειστήκαμε επειδή είχαμε φέρει ισοπαλία 2-2 στην Αθήνα, με το εκτός έδρας γκολ”.

Ο πιο δύσκολος αντίπαλος στο γήπεδο:

“Όλη την εβδομάδα πριν το ματς, προετοιμαζόμουν για τον αντίπαλο που θα αντιμετωπίσω. Δεν φοβήθηκα ποτέ κανέναν αντίπαλο, Έλληνα ή ξένο. Αντιμετώπισα τους μεγαλύτερους παίκτες, τον Πελέ, τον Ριβέρα, τον Ματσόλα, τον Μπεκενμπάουερ. Εγώ δεν τους φοβήθηκα ποτέ, οι άλλοι με φοβόντουσαν”.

Αυτό που θυμούνται περισσότερο από αυτόν:

“Με όσους νεότερους συνομιλώ, μου λένε για το «ψαλίδι», που ισοφάρισα στο Καραϊσκάκη σε 1-1 το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό. Όπου με δουν, μου το λένε. Σήμερα γίνονται τόσες παρόμοιες φάσεις κάθε μέρα και όμως, το δικό μου το θυμούνται ακόμα”.

Το πιο ιδιαίτερο ντέρμπι των αιωνίων αντιπάλων:

“Με τον Ολυμπιακό δεν είχα πρόβλημα να παίζω κάθε Κυριακή. Έχω σκοράρει με κόρνερ, με ψαλίδι, με φάουλ. Ακόμα και στο νόμισμα, τον κέρδισα. Πάντα τα ματς με τον Ολυμπιακό είχαν ένταση και ποτέ δεν ξεχώρισα κάποιο. Ότι και να συνέβαινε. Ήταν τα ωραιότερα ντέρμπι με τον Ολυμπιακό. Ήταν μοναδικός ο ενθουσιασμός”.

πηγή: sport24.gr

 

No more articles